- Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
- (ή απλώς Καθολική ή Δυτική). Η χριστιανική Εκκλησία που υπάγεται στον πάπα της Ρώμης. Στην Ελλάδα παλιότερα χρησιμοποιούνταν ο όρος Δυτική ή Παπική Εκκλησία· ο όρος Δυτική όμως δεν είναι ορθός, γιατί στη Δύση υπάρχουν και άλλες Εκκλησίες, όπως οι προτεσταντικές. Ο όρος Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εισήχθη από τους προτεστάντες και, αν και μπορεί να θεωρηθεί ως ο ορθότερος, δεν αναγνωρίζεται από την καθολική θεολογία και το καθολικό κανονικό δίκαιο. Κατά την εποχή του σχίσματος Ανατολής και Δύσης, οι ομάδες που απέρριπταν την αυθεντία και το πρωτείο του πάπα χρησιμοποίησαν τον όρο Ορθόδοξη (Ελληνική, Ρωσική κλπ. Εκκλησίες), ενώ οι δυτικοί (όχι οι προτεστάντες, των οποίων τα σχετικά θρησκευτικά σώματα πήραν τίτλους από το όνομα των ιδρυτών τους: Λουθηρανική, Καλβινική κλπ. Εκκλησίες) ονόμασαν την Εκκλησία τους Καθολική. Αλλά ο όρος Καθολική δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μια οποιαδήποτε από τις Εκκλησίες, γιατί καμιά δεν είναι υπό την ευρεία έννοια «καθολική» και καμιά δεν εκπροσωπεί όλους τους χριστιανούς του κόσμου. Η B’ Σύνοδος του Βατικανού όμως με το δεκρέτο Lumen Gentium βεβαιώνει ότι «η Καθολική Εκκλησία είναι η μόνη Εκκλησία του Χριστού, την οποίαν εις το Σύμβολον της Πίστεως χαρακτηρίζομεν μιαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν και την οποίαν ο Σωτήρ ημών έδωσεν εις τον Πέτρον να ποιμάνη, εμπιστευθείς εις αυτόν και τους άλλους Αποστόλους την διάδοσιν και την διοίκησιν και ανύψωσεν εις τους αιώνας ως στήλην και στήριγμα της αληθείας».
Σύμφωνα με την καθολική θεολογία, η διδασκαλία της οποίας έχει υποστεί επεξεργασία επί αιώνες, η Εκκλησία θεμελιώθηκε από τον ίδιο τον Ιησού, ο οποίος την ίδρυσε ως τέλεια κοινωνία πιστών, και σκοπός της είναι να λυτρώσει, να εξαγιάσει και να σώσει το ανθρώπινο γένος. Σ’ αυτήν συνδέονται στενά δυο στοιχεία, το θείο και το ανθρώπινο· το πρώτο προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα και κατά συνέπεια είναι αόρατο και πνευματικό, και το δεύτερο αποτελείται από τη μάζα των πιστών. Η Εκκλησία κατέχει γι’ αυτό την αποκλειστική σωτήρια δύναμη και σε αυτήν έχει ανατεθεί το καθήκον να κηρύξει τη χριστιανική διδασκαλία και να τη διαδώσει σε ολόκληρο τον κόσμο. Το καθήκον αυτό εμπιστεύτηκε αρχικά ο Ιησούς στους Αποστόλους με επικεφαλής τον Πέτρο. Οι επίσκοποι, σύμφωνα πάντα με τη δυτική διδασκαλία, είναι άμεσοι διάδοχοί του και απολαύουν πρωτείου θείω δικαιώματι· τα καθήκοντά τους είναι κωδικοποιημένα στο ρωμαιοκαθολικό κανονικό δίκαιο όπου βεβαιώνεται (καν. 1326) ότι είναι «αληθείς διδάσκαλοι εις τους οποίους έχει ανατεθή η θεία αποστολική διδασκαλία», άποψη που βασίζεται στην τριπλή εξουσία που τους παρέχεται με τη χειροτονία: του διδάσκειν, του καθαγιάζειν και του διοικείν. Εξάλλου, μέσω των επισκόπων γίνεται σεβαστή στην Εκκλησία η αρχή της αυθεντίας, σύμφωνα με όσα καθόρισε η A’ Σύνοδος του Βατικανού:
«Όπως Εκείνος (ο Χριστός) απέστειλε τους Αποστόλους, τους οποίους είχε εκλέξει εκ του κόσμου, καθ’ ον τρόπον και Αυτός είχεν αποσταλή παρά του Πατρός, ούτως ηθέλησεν όπως και εις την Εκκλησίαν Του υπάρξουν ποιμένες και διδάσκαλοι μέχρι της συντέλειας των αιώνων».
Όλο το σώμα των επισκόπων βρίσκεται υπό την αυθεντία του πάπα, ο οποίος, αντλώντας όλες τις εξουσίες του από το πρωτείο που οι καθολικοί θεολόγοι αποδίδουν μόνο στον Πέτρο, αναγνωρίζεται ως κεφαλή και απόλυτος αρχηγός, επίσκοπος της Ρώμης και αντιπρόσωπος του Χριστού επί της Γης.
Όταν ομιλεί από καθέδρας (ex-cathedra), δηλαδή με την ιδιότητα του ποιμένα και του διδασκάλου για καθετί που αφορά την πίστη και τα ήθη του καθολικού λαού, ο πάπας, πάντοτε κατά την καθολική θεολογική διδασκαλία, θεωρείται «αλάθητος» και οι αποφάσεις που παίρνει με τη βάση αυτή είναι αυτές καθαυτές αμετάκλητες και τελεσίδικες. Κατά συνέπεια όλοι οι πιστοί –εκκλησιαστικοί και λαϊκοί– οφείλουν να τις δεχτούν· η εγκυρότητά τους καθορίστηκε για πάντα στην A’ Σύνοδο του Βατικανού (1869-70), όπου έγινε η επεξεργασία και η διατύπωση του δόγματος για το αλάθητο του πάπα. Το δόγμα αυτό αναπτύχθηκε και επεξηγήθηκε από τη B’ Σύνοδο του Βατικανού (1963-65), σύμφωνα με την οποία «ο Ρωμαίος ποντίφιξ, ως υπέρτατος ποιμήν και διδάσκαλος όλων των πιστών, είναι αλάθητος όταν διακηρύσση με οριστικήν πράξιν μιαν διδασκαλίαν αφορώσαν εις την πίστιν και την ηθικήν».
Σχετικά με την ιεραρχική διάρθρωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και η αρχή της αυθεντίας θεωρείται ότι έχει θεία φύση και βασίζεται σε εξουσίες και δικαιοδοσίες, που παρέχονται στα διάφορα στοιχεία –διάκονοι, ιερείς, επίσκοποι, πάπας– της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Από αυτό προέρχεται η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της «διδασκούσης» Εκκλησίας και της «μαθητευούσης Εκκλησίας» στη βάση της οποίας, όμως, υπάρχει και μια άλλη έννοια, συμφυής με αυτά: η έννοια της άνισης κοινωνίας. Γενικά, το διδάσκον τμήμα αντιπροσωπεύεται από τον πυρήνα εκείνων στους οποίους έχει παραχωρηθεί η αυθεντία της διδασκαλίας (πάπας και επίσκοποι), ενώ το μαθητεύον περιλαμβάνει όλους τους πιστούς.
Μια νέα διάκριση υπάρχει σε ό,τι αφορά την ιεραρχική εξουσία, που υποδιαιρείται σε εξουσία χειροτονίας και σε εξουσία δικαιοδοσίας. Η πρώτη απονέμεται με το μυστήριο της ιεροσύνης και στο μέλλον θα μπορούσε να ανασταλεί, ποτέ όμως να ανακληθεί. Εκείνοι που έχουν την εξουσία αυτή μπορούν να τελούν τη θεία λειτουργία και να παρέχουν τα μυστήρια. Η άλλη, αντίθετα, περιλαμβάνει την παραχώρηση του δικαιώματος της διδασκαλίας και της διοίκησης· ασκείται μόνο στις κοινότητες των πιστών και μπορεί να ανακληθεί.
Από όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τη δογματική και ιεραρχική διάρθρωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας προκύπτει ότι αυτή παρουσιάζει, στο πεδίο της οργάνωσής της, μερικές πλευρές ιστορικής και κοινωνικής τάξης, που η θεολογία συνοψίζει στα τέσσερα θεμελιώδη γνωρίσματα από τα οποία χαρακτηρίζεται: την ενότητα, την αγιότητα, την καθολικότητα και την αποστολικότητα. Η Εκκλησία είναι πράγματι «μία», όπως ένας είναι ο Ιησούς Χριστός και ένα το ανθρώπινο γένος· είναι «αγία», γιατί αποτελεί θείο θεσμό· «καθολική», επειδή η καθολικότητα συνεπάγεται και συνδέεται με την ίδια την ύπαρξή της· και τέλος, «αποστολική», γιατί θεμελιώθηκε στους διαδόχους των αποστόλων, τον πάπα και τους επισκόπους.
Σχετικά με τη δογματική κληρονομιά –δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι με τον όρο δόγμα εννοούμε θεολογικά μια αλήθεια θείας προέλευσης που περιέχεται στις πηγές της αποκάλυψης– η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δέχεται τις αποφάσεις των 21 Οικουμενικών Συνόδων που παραδέχεται αυτή –γιατί όπως είναι γνωστό υπάρχει ριζική διαφωνία μεταξύ Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στο θέμα αυτό– από τη Σύνοδο της Νικαίας (325 μ.Χ.) έως τη B’ Σύνοδο του Βατικανού (1963-65). Μια αποφασιστική για την ιστορία της Δυτικής Εκκλησίας στιγμή ήταν η εν Τριδέντω Σύνοδος (1545-63), στην οποία διατυπώθηκαν και καθορίστηκαν οι θεωρίες που βρίσκονται στη βάση όλης της διδασκαλίας της, δηλαδή οι σχετικές με τα μυστήρια, με την εκκλησιαστική ιεραρχία, με την ηθική κατήχηση και με την πειθαρχία.
Υπέρτατη κεφαλή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και κοσμικός ηγεμόνας της Πόλης του Βατικανού είναι ο πάπας, ο οποίος από την έδρα του κυβερνά ολόκληρο τον καθολικό κόσμο. Παράλληλα με αυτόν και με τους πιο άμεσους συνεργάτες του υπάρχουν οι καρδινάλιοι, οι οποίοι αποτελούν το Ιερό Κολέγιο. Σε αυτούς, που εδρεύουν στη Ρώμη και χαρακτηρίζονται ως καρδινάλιοι της Κουρίας, ο πάπας έχει εμπιστευθεί τη διεύθυνση των εκκλησιαστικών αδελφοτήτων. Οι οργανισμοί αυτοί ορίζονται επίσημα ως μόνιμες «επιτροπές» καρδιναλίων για τη διεύθυνση των υποθέσεων της Εκκλησίας, μπορούν όμως να συγκριθούν ως προς τη διάρθρωση τους με καθαυτό υπουργεία· σε αυτούς έχει ανατεθεί και η οργάνωση και η διοίκηση της Αγίας Έδρας και των εκκλησιαστικών πραγμάτων γενικά, και η καθαυτό θρησκευτική, ηθική και πνευματική διακυβέρνηση της Εκκλησίας.
Ως κυρίαρχο κράτος, η Αγία Έδρα διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με τις χώρες όλων των ηπείρων μέσω νουντσίων και έχει διαπιστευμένους ξένους πρεσβευτές στην Πόλη του Βατικανού, ή διατηρεί σχέσεις απλού επιπέδου ανταλλαγής αποστολικών αντιπροσώπων και απεσταλμένων χωρίς διπλωματικό χαρακτήρα.
Ο Άγιος Πέτρος της Ρώμης, καύχημα της Καθολικής Εκκλησίας (εδώ, τμήμα του εσωτερικού).
Dictionary of Greek. 2013.